Αρθρογραφία

Η γενιά των ορκισμένων εργένηδων

Στο γραφείο μου, τα σημάδια είναι ξεκάθαρα: Όλο και περισσότεροι ασθενείς έρχονται να μιλήσουν για το επερχόμενο διαζύγιό τους ή για την ‘ατυχία’ τους στις σχέσεις. Στις διαπροσωπικές μου επαφές το ίδιο: φίλοι και φίλες πάντα με την ίδια ιστορία, οι ελεύθεροι να απορούν με τις ανεπάρκειες του άλλου φύλου (οι πιο ΄ψαγμένοι’ απορούν πάντα με τον εαυτό τους αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα) ενώ οι παντρεμένοι ή άλλως δεσμευμένοι να παραπονιούνται διαρκώς, οι μεν γυναίκες για τις δουλειές του σπιτιού, τα παιδιά, το ποδόσφαιρο και οι δε άντρες για τη σταθερή μείωση των σεξουαλικών επαφών και τη γκρίνια.

Τα στατιστικά στοιχεία μιλάνε επίσης ξεκάθαρα: Εν έτη 1980, το ποσοστό διαζυγίων ήταν μόλις 8%. Το 2005, το ποσοστό αυτό είχε φτάσει το 24%. Σήμερα μιλάμε για σχεδόν 1 στους 2 γάμους στην Αμερική και 1 στους 3 γάμους στην Ευρώπη που καταλήγουν σε διαζύγιο.

Η εύλογη απορία είναι γιατί φαίνεται η γενιά μας (οι γεννημένοι από τα μέσα του 1970 και μετά) να αντιμετωπίζει τόσο σοβαρό πρόβλημα στη σύναψη και διατήρηση των ερωτικών τους σχέσεων. Και ενώ υπάρχουν πολλές θεωρίες που θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να εξηγήσουν αυτή την ανεπάρκεια (ο Bowlby θα έλεγε πως φταίει η μητέρα που δεν έδωσε στο μωρό αρκετή αγάπη και προσοχή, ο Freud θα έλεγε ότι φταίει το ότι δε θηλάσαμε αρκετά κοκ), σήμερα θέλω να ξεφύγω λίγο από αυτές τις άκρως βολικές θεωρίες – και τις αποκαλώ ‘βολικές’ γιατί πάντα βολεύει το να μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον άλλο για τις δικές σου ατέλειες- και να παραδεχτώ μία μεγάλη αλήθεια: Εάν στα 30 σου ή στα 40 σου δεν έχεις επιλύσει τα ζητήματα που σε απασχολούν και σε αποτρέπουν από το να συνάψεις μία λειτουργική σχέση, είτε μέσω ενός εσωτερικού διαλόγου, είτε μέσω φίλων, είτε μέσω της ψυχοθεραπείας, δεν ευθύνεται πλέον η μαμά σου για αυτό. Ας κοιτάξουμε λοιπόν τις σημερινές πραγματικότητες, μέσα από τη δική μου εμπειρία ως θεραπεύτρια αλλά και ως ενεργό μέλος της γενιάς των ορκισμένων εργένηδων.

Αυτό το οποίο παρατηρώ εγώ λοιπόν είναι πως, σαν γενιά, φοβόμαστε να ανοιχτούμε, προτιμούμε να συνυπάρχουμε επαγγελματικά παρά συντροφικά και παραιτούμαστε στην πρώτη δυσκολία που θα αντιμετωπίσουμε στη σχέση ή στο γάμο μας. Είμαστε εξαιρετικά απαιτητικοί, τα θέλουμε όλα δικά μας και αν δεν τα πάρουμε δηλώνουμε ότι χωρίζουμε με την ίδια ευκολία που θα λέγαμε πως πάμε ως το περίπτερο. Και έχω την αίσθηση πως όλες αυτές οι φοβίες – γιατί, μην ξεγελιόμαστε, όλη αυτή η περίσσια ‘μαγκιά’ δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα μηχανισμό άμυνας – έχουν τις ρίζες τους στο πώς αντιλαμβανόμαστε, αλλά και τι έχουμε ακούσει, σχετικά με τη ζωή των προηγούμενων γενεών, δηλαδή των γονιών και των παππούδων μας.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι περισσότερες οικογένειες των προηγούμενων γενεών ήταν αυστηρά πατριαρχικές, δηλαδή ο άντρας ήταν η κεφαλή του σπιτιού και έπαιρνε όλες τις σημαντικές αποφάσεις και η γυναίκα αναλάμβανε ό,τι είχε να κάνει με το σπίτι και τα παιδιά. Ενώ αυτό το σχήμα δεν ήταν απαραίτητα ‘κακό’ (εφ’όσον το τι είναι ‘κακό’ εξαρτάται μόνο από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας μας αυτή την έννοια), υπήρχαν κάποια κοινά στοιχεία τα οποία η γενιά μας έχει ακούσει κατά κόρον: Η μαμά μαγείρευε κάθε μέρα, είχε το σπίτι στην εντέλεια, τάιζε, άλλαζε, έντυνε και γενικά μεγάλωνε τα παιδιά και ο άντρας δούλευε, πήγαινε στο σπίτι του για να φάει και να ξεκουραστεί και μετά καθόταν στο καφενείο με τους φίλους του. Επίσης, όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για συζύγους που είχαν εξωσυζυγικές σχέσεις για τις οποίες όμως η σύζυγος συνήθως σιωπούσε γιατί αν μιλούσε μπορεί και να τις έτρωγε. Ενώ δεν γνωρίζω και δεν διαθέτω στατιστικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ή όχι την ακρίβεια αυτών των ιστοριών, το γεγονός ότι τις ακούω τόσο συχνά με καθοδηγεί στο ότι κάποια από αυτά πράγματι συνέβαιναν.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα και στο πώς αυτές οι ιστορίες έχουν γαλουχήσει και επηρεάσει τις επόμενες γενιές με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Οι γυναίκες αποφάσισαν να κάνουν την επανάστασή τους, όπως όλοι γνωρίζουμε, και να βγουν στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα πλέον να δουλεύουν όλο το πρωί σε κάποιο γραφείο και από το απόγευμα και μετά στο σπίτι τους. Και όπως είναι φυσικό αυτό έχει 2 αποτελέσματα: Πρώτον, κουράζονται πάρα πολύ και κατά συνέπεια γκρινιάζουν πάρα πολύ. Δεύτερον, η οικονομική άνεση που έχουν πλέον αρκετές γυναίκες σημαίνει πως δεν είναι υποχρεωμένες να ανεχτούν μία κατάσταση που τις δυσαρεστεί ή τις δυσκολεύει και έτσι, όπως είπαμε και πιο πάνω, απλά φεύγουν. Αυτό όμως είναι το κομμάτι που είναι χιλιοειπωμένο και χιλιοσυζητημένο, δηλαδή το ότι οι γυναίκες έχουν απελευθερωθεί με κάθε πιθανό τρόπο και μπορούν πλέον να αποφασίσουν μόνες τους πώς θα ζήσουν τη ζωή τους.

Ένα άλλο ζήτημα, που έρχεται επίσης αρκετά συχνά στις συνεδρίες και στις συζητήσεις, είναι το γιατί οι άντρες φαίνεται να δυσκολεύονται τόσο πολύ να συμβιβαστούν με αυτή τη νέα πραγματικότητα, τη νέα τάξη πραγμάτων, όπου καλούνται να βοηθήσουν στις δουλειές του σπιτιού ή με τα παιδιά, εφ’όσον πλέον συνεισφέρουν και οι δύο σύζυγοι οικονομικά στο σπίτι. Και σε αυτό το σημείο δίνω συχνά μία απάντηση που δεν αρέσει καθόλου στις γυναίκες ασθενείς ή φίλες μου: ‘Γιατί να το κάνουν; Δεν ζήτησαν ποτέ αυτοί να βάλουν ποδιά και να πλύνουν τα πιάτα! Εμείς θέλαμε διακαώς να εργαστούμε, αυτοί θα την πληρώσουν;’.

Ενώ ένα άλλο μέρος της πραγματικότητας είναι ότι είναι πλέον ελάχιστα τα σπίτια που θα μπορούσαν να επιβιώσουν με ένα μόνο μισθό, αυτό επίσης δεν αποτελεί θέμα διαπραγμάτευσης, καθώς οι περισσότερες γυναίκες δε θα συζητήσουν ποτέ το αν θα σπουδάσουν ή αν θα δουλέψουν, οπότε ελάχιστοι άντρες χρειάζεται να κάνουν μία κουβέντα σχετικά με την οικονομική συνεισφορά της γυναίκας – αυτή είναι δεδομένη! Αντιθέτως, η συνεισφορά του άντρα στο σπίτι, ποτέ (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων και ελάχιστων πολιτισμών) δεν ήταν μεγάλη και συνήθως ήταν ανύπαρκτη. Άρα γιατί να θέλει κάποιος να προσθέσει βάρη στην καθημερινότητά του και ειδικά όταν δεν έχει μάθει από το σπίτι του ότι οι άντρες σηκώνουν το πιάτο τους μετά το φαγητό;

Όλες αυτές οι αλλαγές έχουν γίνει πολύ γρήγορα και η διαφορά ανάμεσα στα 2 φύλα είναι ότι οι μεν γυναίκες κουράζονται περισσότερο κατ’επιλογήν τους (και μάλιστα μετά από ατελείωτους φεμινιστικούς αγώνες!) ενώ οι άντρες δεν έκαναν ποτέ διαφορετικές επιλογές και ούτε επιθυμούν ουσιαστικά να το κάνουν! Και η γενιά μας, έχοντας όλα αυτά τα δεδομένα κατά νου – δηλαδή το πώς ήταν μεταξύ τους οι γονείς μας, το τι ‘τράβηξαν’ οι μανάδες κατά τα κορίτσια ή το πόσο καλά περνούσαν οι πατεράδες μας κατά τα αγόρια – φαίνεται να αρνείται πεισματικά να ενδώσει στην καταπίεση και το συμβιβασμό που ο κάθε γάμος προϋποθέτει.

Οι γυναίκες καταλήγουν συχνά πως είναι καλύτερα μόνες τους, οι άντρες πως σίγουρα θα περνάνε καλύτερα ως εργένηδες ή στο πατρικό τους οπού κανείς δεν έχει την προσδοκία να βάλουν πλυντήριο και το χάσμα μεγαλώνει. Και να φανταστεί κανείς πως όλες αυτές οι αλλαγές έγιναν στο όνομα της βελτίωσης των ζωών μας…

Σελίδες